Δείτε επίσης: ευ-

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ευ < αρχαία ελληνική εὖ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛf/

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

ευ

  1. (λόγιο) καλά
  2. Πρώτο συνθετικό που δηλώνει την καλή ιδιότητα του δεύτερου.

ΕκφράσειςΕπεξεργασία


ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  • κακως

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία