Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κατάσταση καταστάσεις
γενική κατάστασης
& καταστάσεως
καταστάσεων
αιτιατική κατάσταση καταστάσεις
κλητική κατάσταση καταστάσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κατάσταση < αρχαία ελληνική κατάστασις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κατάσταση θηλυκό

  1. ο τρόπος με τον οποίο υπάρχει κάτι σε δεδομένο τόπο και χρόνο | οι φυσικές, οικονομικές ή κοινωνικές συνθήκες υπάρξεως
  2. πίνακας, λίστα, κατάλογος στον οποίο υπάρχουν ονόματα ή και άλλα στοιχεία σύμφωνα με μια ιδιότητά τους

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία