Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λίστα οι λίστες
      γενική της λίστας των (λιστών)
    αιτιατική τη λίστα τις λίστες
     κλητική λίστα λίστες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈli.sta/

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λίστα < ιταλική lista < δάνειο από τα πρωτογερμανικά (1), < αγγλική lease (2)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λίστα θηλυκό

  1. καταγραφή λέξεων που ανήκουν σε κάποια ομάδα, συνήθως — αλλά όχι πάντα — με ορισμένη σειρά
    Φτιάξε μια πρόχειρη λίστα για τα ψώνια.
    H μακριά λίστα των ζωγράφων που κατέφυγαν στην επικουρία του μέσο [...] περιλαμβάνει διάσημους τοπιογράφους. (Φανή-Μαρία Τσιγκάκου, «Φωτογραφία και τέχνη». Εφημ. Η Καθημερινή, ένθετο Επτά Ημέρες, 14 Ιουνίου 1998, σελ. 2.)
     συνώνυμα: κατάλογος, πίνακας
  2. (ελληνοαμερικανικά) συμβόλαιο για ενοικίαση ακινήτου ή άλλου αντικειμένου
     συνώνυμα: ενοικιαστήριο
  3. (προγραμματισμός) δομή δεδομένων, η οποία περιέχει στοιχεία σε σειρά που μπορεί να μεταβληθεί, όπως και να προσθαφαιρεθούν στοιχεία
    Δείτε επίσης: Λίστα (αφηρημένος τύπος δεδομένων) στην Βικιπαίδεια

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία