Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πίνακας πίνακες
γενική πίνακα πινάκων
αιτιατική πίνακα πίνακες
κλητική πίνακα πίνακες
 
πίνακας σε σχολική αίθουσα
 
πίνακας αεροσκάφου
 
περιοδικός πίνακας των στοιχείων

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πίνακας < αρχαία ελληνική πίναξ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈpi.na.kas/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πίνακας αρσενικό

  1. μεγάλη επιφάνεια από σανίδες
    υπάρχει ειδικός πίνακας για την αφισοκόλληση
  2. (ειδικότερα) στα σχολεία, μεγάλη ορθογώνια επιφάνεια πάνω στην οποία γράφουν συνήθως με κιμωλία
    με κάλεσε ο καθηγητής στον πίνακα
      συνώνυμα: μαυροπίνακας
  3. έργο ζωγραφικής
    η Τζοκόντα είναι ένας πασίγνωστος πίνακας
      συνώνυμα: ταμπλό
  4. όργανα και εξαρτήματα τοποθετημένα σε μια επιφάνεια για τον έλεγχο της λειτουργίας ενός συστήματος ή μιας μηχανής
    ο πίνακας ελέγχου δείχνει το ύψος του αεροσκάφους
  5. κατάλογος τακτοποιημένων στοιχείων ή πληροφοριών
    στον παρακάτω πίνακα φαίνονται οι σχετικοί αριθμοί
  6. πίνακας περιεχομένων: κατάλογος των τίτλων των κεφαλαίων ενός βιβλίου
    αντί να χάνεις το χρόνο σου, ψάξε στον πίνακα των περιεχομένων
      συνώνυμα: κατάλογος
  7. (πληροφορική) στον προγραμματισμό: τρόπος αποθήκευσης ομοειδών στοιχείων με μία προκαθορισμένη διάταξη η οποία υπακούει σε ένα κανόνα αρίθμησης που αντιστοιχεί:
    1. έναν ακέραιο αριθμό για την κάθε θέση της
    2. μία σειρά ακέραιων αριθμών (με πάντα όμως το ίδιο συγκεκριμένο πλήθος) για την κάθε θέση της (γενίκευση του προηγούμενου)

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία