Δείτε επίσης: στύλοι, στῦλοι, στύλος, στῦλος

Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η στήλη οι στήλες
      γενική της στήλης των στηλών
    αιτιατική τη στήλη τις στήλες
     κλητική στήλη στήλες
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στήλη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στήλη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκής προέλευσης

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈsti.li/
τυπογραφικός συλλαβισμός: στή‐λη
ομόηχο: στύλοι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

στήλη θηλυκό

  1. η μαρμάρινη ή μεταλλική πλάκα με χαραγμένη επιγραφή, αναρτημένη σε εξωτερικό ή εσωτερικό χώρο
  2. οτιδήποτε μοιάζει με στήλη
     συνώνυμα: στοίβα, σωρός
  3. το καθένα από τα κάθετα διαιρεμένα τμήματα μιας σελίδας
  4. (κατʼ επέκταση) το τμήμα εφημερίδας με συγκεκριμένο θέμα καθώς και τα κείμενα που δημοσιεύονται εκεί
  5. (βάσεις δεδομένων) η στήλη ενός πίνακα στις σχεσιακές βάσεις δεδομένων. Τα δεδομένα της στήλης είναι του ιδίου τύπου και λαμβάνουν τιμές από συγκεκριμένο πεδίο ορισμού[1]
    συνώνυμο στη θεωρία της επιστήμης των υπολογιστών: γνώρισμα ή ιδιότητα (attribute)
    Υπώνυμα: περιγραφικό γνώρισμα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Παύλος Εφραιμίδης, Λέκτορας, Σχεσιακό Μοντέλο Δεδομένων, σελ. 7, από Πανεπιστήμιο Θράκης. Προσπέλαση 2020-02-04



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική στήλη αἱ στῆλαι
      γενική τῆς στήλης τῶν στηλῶν
      δοτική τῇ στήλ ταῖς στήλαις
    αιτιατική τὴν στήλην τὰς στήλᾱς
     κλητική ! στήλη στῆλαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  στήλ
γεν-δοτ τοῖν  στήλαιν
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'γνώμη' όπως «γνώμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στήλη < *σταλ-να, μεταπτωτική βαθμίδα θέματος που συναντάμε και στο στέλλω + -λη
< πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *stl̥-neh₂ < *stel- (τοποθετώ, θέτω) (ή < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sth₂-sleh₂ < *steh₂-: ἵστημι)

ζητούμενο λήμμα

  ΠηγέςΕπεξεργασία