Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μεταλλικός η μεταλλική το μεταλλικό
      γενική του μεταλλικού της μεταλλικής του μεταλλικού
    αιτιατική τον μεταλλικό τη μεταλλική το μεταλλικό
     κλητική μεταλλικέ μεταλλική μεταλλικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μεταλλικοί οι μεταλλικές τα μεταλλικά
      γενική των μεταλλικών των μεταλλικών των μεταλλικών
    αιτιατική τους μεταλλικούς τις μεταλλικές τα μεταλλικά
     κλητική μεταλλικοί μεταλλικές μεταλλικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεταλλικός < μέταλλο + -ικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μεταλλικός μεταλλική, μεταλλικό

  1. (χημεία): που έχει σχέση με μέταλλο
  2. (ορθοφωνία): που έχει μεταλλική χροιά φωνής, διακεκομμένα ξεσπάσματα υψηλών συχνοτήτων στην αρχή εκφοράς των φθόγγων χωρίς η φωνή αναγκαστικά να είναι υψηλής συχνότητας (συνήθως μέσες ανδρικές φωνές είναι μεταλλικές και κάποιες μπάσες, γιατί η μεταλλική χροιά απαιτεί διατμητότητα κάτι που οι υψηλές αποδίδουν σπανίως)
  3. (μουσική): που έχει σχέση με την μέταλ
  4. (μουσική): που έχει σχέση με μεταλλικά κρουστά

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία