Προφορά

επεξεργασία
 

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
colonne colonnes

colonne (fr) θηλυκό

  1. η κολώνα
  2. (αρχιτεκτονική) κίονας, στύλος