Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η στοίβα οι στοίβες
      γενική της στοίβας των στοιβών
    αιτιατική τη στοίβα τις στοίβες
     κλητική στοίβα στοίβες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στοίβα < στοιβάζω + (αναδρομικός σχηματισμός) < ελληνιστική κοινή στοιβάζω
 
Στη δομή της στοίβας (LIFO) το εισερχόμενο στοιχείο τοποθετείται στην κορυφή (push). Το εξερχόμενο αφαιρείται από την κορυφή (pop)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

στοίβα θηλυκό

  1. σωρός όμοιων (ή και ανόμοιων) πραγμάτων
  2. (πληροφορική) βασική δομή δεδομένων, όπου η τελευταία εισερχόμενη (last in) οντότητα, αφαιρείται πρώτη (first out).[1]
    Συντομογραφία LIFO
    Βασικές λειτουργίες: push (εισαγωγή) και pop (εξαγωγή)
    Αντώνυμο: ουρά
    Δείτε επίσης: στοίβα εκτέλεσης στο Βικιλεξικό και στοίβα (δομή δεδομένων) στην Βικιπαίδεια

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

στοίβα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «Εισαγωγή στις γλώσσες προγραμματισμού με τη γλώσσα C», σελ. 182, Τμήμα Μαθηματικών του Πανεπιστημίου Αιγαίου. πρόσβαση:27/09/2019