Δείτε επίσης: Κατηγορία:Συντομογραφίες
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συντομογραφία οι συντομογραφίες
      γενική της συντομογραφίας των συντομογραφιών
    αιτιατική τη συντομογραφία τις συντομογραφίες
     κλητική συντομογραφία συντομογραφίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
συντομογραφία < σύντομ(ος) + -ο- + -γραφία (< γράφω), απόδοση για τη γαλλική abréviation [1]

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

συντομογραφία θηλυκό

  • σύντμηση μιας λέξης ή μιας έκφρασης με αφαίρεση γραμμάτων που επιτρέπει την πιο γρήγορη γραφή και την εξοικονόμηση χώρου
    Σημείωση
    Η συντομογραφία είναι είδος συντομομορφής, που ενώ γράφεται σύντομα, δεν προφέρεται σύντομα, αλλά προφέρεται ως πλήρης μορφή.

Συνώνυμα

επεξεργασία

Παραδείγματα

επεξεργασία

Παραδείγματα συντομογραφιών → δείτε τη λέξη Κατηγορία:Συντομογραφίες (νέα ελληνικά)

  • ΒΔ: Βορειοδυτικά
  • βλ.: βλέπε ή βλέπετε
  • δηλ.: δηλαδή
  • κ.ά.: και άλλα / και άλλοι
  • κ.α.: και αλλού
  • κ.λπ.: "κ.λ.π." : και λοιπά
  • κτλ.: κατά τα λοιπά
  • π.χ.: παραδείγματος χάριν

Συντομογραφίες που χρησιμοποιούνται σε λεξικά → δείτε τη λέξη Κατηγορία:Λεξικογραφία (νέα ελληνικά)

Συγγενικά

επεξεργασία

Δείτε επίσης

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία