Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συντομογραφία συντομογραφίες
γενική συντομογραφίας συντομογραφιών
αιτιατική συντομογραφία συντομογραφίες
κλητική συντομογραφία συντομογραφίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συντομογραφία < σύντομος + -γραφία (από το ρήμα γράφω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συντομογραφία θηλυκό

  • σύντμηση μιας λέξης ή μιας έκφρασης με αφαίρεση γραμμάτων που επιτρέπει την πιο γρήγορη γραφή και την εξοικονόμηση χώρου
Σημείωση
Η συντομογραφία είναι είδος συντομομορφής, που ενώ γράφεται σύντομα, δεν προφέρεται σύντομα, αλλά προφέρεται ως πλήρης μορφή.
Παραδείγματα συντομογραφιών
"ΒΔ": Βορειοδυτικά
"βλ.": βλέπε ή βλέπετε
"δηλ.": δηλαδή
"κ.ά.": και άλλα / και άλλοι
"κ.α.": και αλλού
"κ.λπ.", "κ.λ.π." : και λοιπά
"κτλ.": κατά τα λοιπά
"π.χ.": παραδείγματος χάριν

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Κατάλογος συντομογραφιών που χρησιμοποιούνται τυπικώς σε λεξικάΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία