Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σύντμηση < αρχαία ελληνική σύντμησις < συν + τμήσις < τέμνω (= κόβω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σύντμηση θηλυκό

  1. συντόμευση (σε χρόνο, σε έκταση, ...)
  2. (Γραμματική, Ορολογία) συντόμευση λέξης με παράλειψη τμήματός της


Είδη σύντμησης - Παραδείγματα
Όταν παραλείπεται το αρχικό (πρόσθιο) τμήμα της λέξης έχουμε πρότμηση, π.χ. σοδειά (= εσοδεία). Όταν παραλείπεται το τελικό (οπίσθιο) τμήμα της λέξης έχουμε απότμηση ή αποκοπή, π.χ. προκάτ (= προκατασκευασμένος). Όταν παραλείπεται το μεσαίο τμήμα της λέξης έχουμε συγκοπή, π.χ. πέρσι (= πέρυσι). Όταν παραλείπονται τόσο το αρχικό όσο και το τελικό τμήμα της λέξης έχουμε αμφίτμηση, π.χ. κατοστάρι (= εκατοστάρικο).


Σημείωση: Μια λέξη ή ένας μονολεκτικός όρος ή ένα μονολεκτικό όνομα που έχει υποστεί σύντμηση λέγεται, αντίστοιχα, συντετμημένη λέξη ή συντετμημένος όρος ή συντετμημένο όνομα.


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία