Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. όρος < αρχαία ελληνικήὅρος < τὸ ὅριον (σημασία: όριο)
  2. όρος < αρχαία ελληνική τὸ ὄρος < ρήμα: ὄρνυμι (σημασία: σηκώνομαι)

  Ουσιαστικό 1Επεξεργασία

πτώσεις      ενικός      πληθυντικός
ονομαστική ο όρος οι όροι
γενική του όρου των όρων
αιτιατική τον όρο τους όρους
κλητική όρε όροι
Παράρτημα

όρος αρσενικό

  1. μια προϋπόθεση, μια κατάσταση για να ληφθεί μια απόφαση
    Θα έρθω υπό έναν όρο: ...
  2. μια διάταξη, ένα μέρος μιας συμφωνίας
    Οι όροι της συμφωνίας δεν είναι ξεκάθαροι.
  3. ένα όριο
    εφ' όρου ζωής: μέχρι το τέλος της ζωής, για όλη τη διάρκεια του βίου (ενός ανθρώπου)
  4. (ορολογία) λεκτική κατασήμανση μιας γενικής έννοιας
    δείτε τη λέξη:  έννοια και κατασήμανση.
    Παραδείγματα όρων
    γενικές έννοιες: «φιλόσοφος», «πανεπιστήμιο», «φυσικός αριθμός» - Αντίστοιχοι όροι: φιλόσοφος, πανεπιστήμιο, φυσικός αριθμός.
  5. (γενικότερα) η ορολογία
  6. στοιχείο που μαζί με άλλα συγκροτεί μια ενότητα
    οι βασικοί όροι μιας πρότασης είναι το υποκείμενο και το κατηγόρημα
    οι όροι του κλάσματος
  7. (πληροφορική) προαιρετικός όρος σε εντολή που την εξειδικεύει
    συνώνυμο : επιλογή

ΣύνθεταΕπεξεργασία

όριο

κατασήμανση

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


  Ουσιαστικό 2Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική όρος όρη
γενική όρους ορέων
αιτιατική όρος όρη
κλητική όρος όρη

όρος ουδέτερο

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

δείτε τη λέξη:  βουνό