Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ορολογικός ορολογική ορολογικό
γενική ορολογικού ορολογικής ορολογικού
αιτιατική ορολογικό ορολογική ορολογικό
κλητική ορολογικέ ορολογική ορολογικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ορολογικοί ορολογικές ορολογικά
γενική ορολογικών ορολογικών ορολογικών
αιτιατική ορολογικούς ορολογικές ορολογικά
κλητική ορολογικοί ορολογικές ορολογικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

ορολογικός < ορολογ-ία + -ικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ορολογικός


Παραδείγματα: ορολογική εργασία, ορολογικός σχεδιασμός, ορολογικά δεδομένα.
Παράδειγμα: ορολογική εξέταση αίματος.


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία