Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

οροθέτηση < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

οροθέτηση θηλυκό

  1. άλλη μορφή του οριοθέτηση

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

δείτε τη λέξη: οριοθετώ