Ετυμολογία

επεξεργασία
θέτω < μεσαιωνική ελληνική θέτω < αρχαία ελληνική τίθημι (αόριστος έθεσα)

θέτω, πρτ.: έθετα, στ.μέλλ.: θα θέσω, αόρ.: έθεσα, παθ.φωνή: τίθεμαι

  1. βάζω, τοποθετώ
  2. προβάλλω ένα θέμα για να συζητηθεί
    ο βουλευτής έθεσε με την ομιλία του το ζήτημα των φορολογικών τεκμηρίων
  3. αλλάζω την κατάσταση ενός ανθρώπου ή πράγματος
    το πειθαρχικό συμβούλιο έθεσε τον υπάλληλο σε αργία
    η κυβέρνηση θέτει σε εφαρμογή νέα μέτρα κατά της φοροδιαφυγής
  4. (μαθηματικά) θεωρώ, αποδίδω μια τιμή
    θέτω χ+ψ=α

Εκφράσεις

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία