Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προσθέτω < μεσαιωνική ελληνική προσθέτω[1] < αρχαία ελληνική προστίθημι < πρός (προσ-) + τίθημι

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pɾoˈsθe.to/
τυπογραφικός συλλαβισμός: προ‐σθέ‐τω
ΔΦΑ : /pɾosˈθe.to/ (σπάνια, με προφορά του προθήματος)
παλιότερος συλλαβισμός: προσ‐θέ‐τω

  ΡήμαΕπεξεργασία

προσθέτω (παθητική φωνή: προσθέτομαι, προστίθεμαι)
  1. αθροίζω, κάνω την αριθμητική πράξη της πρόσθεσης
    ...στη συνέχεια, προσθέτομε τους παρονομαστές...
  2. ενώνω κάτι με κάτι που ήδη υπάρχει και το αυξάνω
    η δόση προκύπτει προσθέτοντας τους τόκους με το κεφάλαιο που πρέπει να πληρωθεί
  3. επεκτείνω κάτι κάνοντάς το πιο έντονο
    αυτό το ντύσιμο σου προσθέτει γοητεία
  4. συμπληρώνω την ποσότητα ή διάφορα υλικά (και ανακατεύω ή όχι) κατά την παρασκευή του φαγητού
    προσθέστε το μισό από το ζωμό και τα καρότα
  5. βάζω κάτι επιπλέον
    πρέπει να προσθέσομε χαρτί στον εκτυπωτή
  6. μιλάω συμπληρωματικά για κάτι
    στην άποψή σου θέλω να προσθέσω ότι...
  7. συνυπολογίζω
    αν προσθέσεις και την ταλαιπωρία στην αίθουσα αναμονής, θα καταλάβεις πόσο κουρασμένη είμαι

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «προσθέτω» - LBG - Trapp, Erich, et al. (1994–2007) Lexikon zur byzantinischen Gräzität besonders des 9.-12. Jahrhunderts (Λεξικό της Βυζαντινής Ελληνικής, ιδίως για τον 9ο-12ο αιώνα), Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften (Έκδοση της Αυστριακής Ακαδημίας Επιστημών)



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

ζητούμενο λήμμα

  ΠηγέςΕπεξεργασία