Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα πρόσθετα
      γενική των πρόσθετων
προσθέτων
    αιτιατική τα πρόσθετα
     κλητική πρόσθετα
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πρόσθετα < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου πρόσθετος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πρόσθετα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πρόσθετα < πρόσθετος +

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

πρόσθετα

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

πρόσθετα