Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιπλέον < αρχαία ελληνική ἐπιπλέον < → δείτε τις λέξεις: ἐπί και πλέον

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

επιπλέον

  1. συν τοις άλλοις, εκτός αυτού, εξάλλου, επίσης, από πάνω
    ζήτησε, επιπλέον, νέες διαβεβαιώσεις ότι...
    απαίτησε, επιπλέον, να του δοθεί και προίκα
  2. (πριν από ουσιαστικό) πρόσθετος, περισσότερος, παραπάνω
    ζήτησε επιπλέον χρήματα για να ολοκληρώσει το έργο που ανέλαβε

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτή μορφή μετοχήςΕπεξεργασία

επιπλέον