Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
χάρτινα φανάρια επιπλέουν στο νερό

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιπλέω < αρχαία ελληνική ἐπιπλέω

  ΡήμαΕπεξεργασία

επιπλέω

  1. παραμένω στην επιφάνεια ενός υγρού
    το ξύλο επιπλέει στο νερό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία