Δείτε επίσης: ἐκτὸς, έκτος, ἕκτος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εκτός < αρχαία ελληνική ἐκτὸς

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛˈktɔs/
συλλαβισμός: ε‐κτός
τονικό παρώνυμο: έκτος

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

εκτός και εχτός

  1. έξω από, μακριά από (τοπικό)
    ο κύριος διευθυντής βρίσκεται εκτός Αθηνών.

  ΠρόθεσηΕπεξεργασία

εκτός +από/+γενική άκλιτο

  1. εξαιρουμένου +γενική, με εξαίρεση, εξαιρώντας, πέρα +από, πέραν +γενική
    • ζήτα του ό,τι θέλεις εκτός από αυτό - εκτός του να βγει στη σύνταξη
     συνώνυμα: πέρα
  2. επιπλέον +από/+γενική, πέρα +από, πέραν +γενική
    • εκτός από τη μουσική, τι άλλο σου αρέσει;
     συνώνυμα: πέρα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία