Άνοιγμα κυρίως μενού

Βικιλεξικό β

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άσχετος < στερητικό -α + σχέση + -τος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

άσχετος αρσενικό, άσχετη θηλυκό, άσχετο ουδέτερο

  1. Αυτός που δεν έχει σχέση, δεν συνδέεται, δεν σχετίζεται με το αντικείμενο της συζήτησης.
    Αυτό που λες είναι άσχετο. Μην προσπαθείς να αποπροσανατολίσεις τη συζήτηση.
  2. Αυτός που δεν έχει γνώση ενός θέματος, ο αδαής.
    Τι λέει, ρε, ο άσχετος!

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία