Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αντιλαμβάνομαι < αντί + λαμβάνομαι

  ΡήμαΕπεξεργασία

αντιλαμβάνομαι

  1. καταλαβαίνω κάτι χάρη στις αισθήσεις μου
  2. καταλαβαίνω κάτι μέσω της σκέψης


ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

Λόγιοι τύποι αορίστου: αντελήφθην (αντελήφθης, αντελήφθη, αντελήφθημεν, αντελήφθητε, αντελήφθησαν) και μετοχή παθητικού αορίστου: αντιληφθείς

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία