Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σπάνιος < αρχαία ελληνική σπάνιος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σπάνιος -α -ο

  1. που συμβαίνει πολύ λίγες φορές
    σε μία από τις σπάνιες εκρήξεις του θυμού του τα έσπασε όλα
  2. που δεν βρίσκεται εύκολα, που υπάρχει σε πολύ περιορισμένη ποσότητα
    αναζητούσε με μανία σπάνια γραμματόσημα
     συνώνυμα: δυσεύρετος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία