Άνοιγμα κυρίου μενού

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
rare rares

rare (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. σπάνιος