Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

except (en)

  1. εξαιρώ
  2. εναντιώνομαι
    συνώνυμα: take exception

  ΠρόθεσηΕπεξεργασία

except (en)

  ΣύνδεσμοςΕπεξεργασία

except (en)

  1. εκτός από το ότι
  2. παρά μόνο

επιλογή κατάλληλων προθέσεωνΕπεξεργασία