Δείτε επίσης: μονό, Μονό, μονο-, μονό-, μονῶ

Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μόνο < αρχαία ελληνική μόνον < μόνος

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

μόνο

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΣύνδεσμοςΕπεξεργασία

μόνο αντιθετικός σύνδεσμος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

μόνο