Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική ουσιαστικός ουσιαστική ουσιαστικό
γενική ουσιαστικού ουσιαστικής ουσιαστικού
αιτιατική ουσιαστικό ουσιαστική ουσιαστικό
κλητική ουσιαστικέ ουσιαστική ουσιαστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ουσιαστικοί ουσιαστικές ουσιαστικά
γενική ουσιαστικών ουσιαστικών ουσιαστικών
αιτιατική ουσιαστικούς ουσιαστικές ουσιαστικά
κλητική ουσιαστικοί ουσιαστικές ουσιαστικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

ουσιαστικός < ουσία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ουσιαστικός

  1. που αντιστοιχεί στην ουσία των πραγμάτων και όχι απλώς στην εξωτερική τους όψη
    έχει ουσιαστικό ενδιαφέρον για τους μαθητές του
     συνώνυμα: πραγματικός


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία