Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική πραγματικός πραγματική πραγματικό
γενική πραγματικού πραγματικής πραγματικού
αιτιατική πραγματικό πραγματική πραγματικό
κλητική πραγματικέ πραγματική πραγματικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πραγματικοί πραγματικές πραγματικά
γενική πραγματικών πραγματικών πραγματικών
αιτιατική πραγματικούς πραγματικές πραγματικά
κλητική πραγματικοί πραγματικές πραγματικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πραγματικός < αρχαία ελληνική πραγματικός < πρᾶγμα

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πραγματικός

  1. Αυτός που υπάρχει ή αληθεύει

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία