Arrows blue.png Δείτε επίσης: ἀληθινός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αληθινός αληθινή αληθινό
γενική αληθινού αληθινής αληθινού
αιτιατική αληθινό αληθινή αληθινό
κλητική αληθινέ αληθινή αληθινό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αληθινοί αληθινές αληθινά
γενική αληθινών αληθινών αληθινών
αιτιατική αληθινούς αληθινές αληθινά
κλητική αληθινοί αληθινές αληθινά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αληθινός < αρχαία ελληνική ἀληθινός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αληθινός -ή -ό

  1. που ανταποκρίνεται στην αλήθεια, που δεν περιέχει ψεύδη ή υποκρισία
    αληθινά λόγια, αληθινή αγάπη
  2. (για αντικείμενα) πραγματικός, γνήσιος
    αληθινά μαργαριτάρια
  3. (για πρόσωπα) πραγματικός, γνήσιος, που ανταποκρίνεται στο ιδανικό
    ένας αληθινός ήρωας
  4. (με οριστικό άρθρο, για πρόσωπα) ο πραγματικός, αυτός που στην πραγματικότητα έχει την αναφερόμενη ιδιότητα
  • γνώρισε τους αληθινούς γονείς του σε μεγάλη ηλικία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία