Arrows blue.png Δείτε επίσης: αληθής

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀληθής < α στερητικό + λήθω / λανθάνω)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ἀληθής

  1. αληθής, αληθινός
  2. φιλαλήθης, ειλικρινής
  3. ειδικά για χρησμούς: αψευδής, επαληθευόμενος, βέβαιος

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ἀληθής τὸ ἀληθές οἱ, αἱ (ἀληθέ-ες) ἀληθεῖς τὰ (ἀληθέ-α) ἀληθῆ
Γενική τοῦ, τῆς (ἀληθέ-ος) ἀληθοῦς τοῦ ἀληθοῦς τῶν (ἀληθέ-ων) ἀληθῶν τῶν ἀληθῶν
Δοτική τῷ, τῇ (ἀληθέ-ι) ἀληθεῖ τῷ ἀληθεῖ τοῖς, ταῖς (ἀληθέσ-σι) ἀληθέσι(ν) τοῖς ἀληθέσι(ν)
Αιτιατική τὸν, τὴν (ἀληθέ-α) ἀληθῆ τὸ ἀληθές τοὺς, τὰς (ἀληθέ-ες) ἀληθεῖς τὰ (ἀληθέ-α) ἀληθῆ
Κλητική ἀληθές ἀληθές (ἀληθέ-ες) ἀληθεῖς (ἀληθέ-α) ἀληθῆ
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική (ἀληθέ-ε) ἀληθεῖ
Γενική-Δοτική (ἀληθέ-οιν) ἀληθοῖν

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία