Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λανθάνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λανθάνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

λανθάνω, πρτ.: λάνθανα, μτχ.π.π.: λανθασμένος, μόνο στο ενεστωτικό θέμα (χωρίς παθητική φωνή)

  • παραμένω κρυμμένος και δεν γίνομαι αντιληπτός

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


  ΠηγέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λανθάνω, ήδη ομηρικό < θέμα λαθ- + ρινικό ένθημα -ν- + -άνω < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *lh₂-n-dʰ- < *leh₂-dʰ- < *leh₂- ‎(κρύβομαι)

  ΡήμαΕπεξεργασία

λανθάνω, μέσο λανθάνομαι

  1. (+ αιτιατική) παραμένω κρυμμένος, διαφεύγω την προσοχή κάποιου
    χρειάζεται παράθεμα ※  8ος αιώνας πΚΕ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 9 (ι. Ἀλκίνου ἀπόλογοι: Τὰ περὶ Κίκονας, Λωτοφάγους καὶ Κύκλωπας.), στίχ. 281
  2. (με κατηγορηματική μετοχή η οποία μεταφράζεται ως ρήμα) κρυφά, απαρατήρητος, χωρίς να το καταλάβω
    φονέα ἐλάνθανε βόσκων

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • (Χρειάζεται επεξεργασία)

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία