Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο λανθάνων
λανθάνοντας
η λανθάνουσα το λανθάνον
      γενική του λανθάνοντος
λανθάνοντα
της λανθάνουσας
λανθανούσης*
του λανθάνοντος
    αιτιατική τον λανθάνοντα τη λανθάνουσα το λανθάνον
     κλητική λανθάνων
λανθάνοντα
λανθάνουσα λανθάνον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι λανθάνοντες οι λανθάνουσες τα λανθάνοντα
      γενική των λανθανόντων των λανθανουσών των λανθανόντων
    αιτιατική τους λανθάνοντες τις λανθάνουσες τα λανθάνοντα
     κλητική λανθάνοντες λανθάνουσες λανθάνοντα
Ίδιες είναι οι αρχαίες καταλήξεις για τα τρία γένη: -ων, -ουσα, -ον
Οι δεύτεροι τύποι του αρσενικού, νεότερες μορφές.
* παλιότερος λόγιος τύπος
ομάδα 'τρέχων', Κατηγορία όπως «τρέχων» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λανθάνων < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λανθάνων, μετοχή ενεστώτα του λανθάνω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

λανθάνων, -ουσα, -ον

  1. που παραμένει κρυμμένος και δεν γίνεται αντιληπτός
  2. που κάνει λάθος

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

ζητούμενο λήμμα