Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική καταχρηστικός καταχρηστική καταχρηστικό
γενική καταχρηστικού καταχρηστικής καταχρηστικού
αιτιατική καταχρηστικό καταχρηστική καταχρηστικό
κλητική καταχρηστικέ καταχρηστική καταχρηστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καταχρηστικοί καταχρηστικές καταχρηστικά
γενική καταχρηστικών καταχρηστικών καταχρηστικών
αιτιατική καταχρηστικούς καταχρηστικές καταχρηστικά
κλητική καταχρηστικοί καταχρηστικές καταχρηστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καταχρηστικός < ελληνιστική κοινή καταχρηστικός < κατάχρησις < αρχαία ελληνική καταχράομαι / καταχρῶμαι < κατά + χρῶμαι

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

καταχρηστικός

  1. που γίνεται κατ' εξαίρεση, καθ' υπερβολή, χωρίς κανονικά να επιτρέπεται από το γράμμα αλλά και συχνά το πνεύμα του νόμου
  2. (γραμματική) καταχρηστική πρόθεση: η πρόθεση των αρχαίων ελληνικών που χρησιμοποιείται μαζί με πλάγιες πτώσεις στο σχηματισμό εμπροθέτων, όχι όμως και ως πρώτο συνθετικό (βλέπε και κύριος)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία