Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώσεις      ενικός      πληθυντικός
ονομαστική ο τύπος οι τύποι
γενική του τύπου των τύπων
αιτιατική τον τύπο τους τύπους
κλητική τύπε τύποι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τύπος < αρχαία ελληνική τύπος < τύπτω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *(s)teu-p- (χτυπώ)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈti.pɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τύπος αρσενικό

  1. οι εφημερίδες, τα περιοδικά και τα μέσα ενημέρωσης ως σύνολο
    δημοσιεύτηκε στον τύπο η σύνθεση της νέας κυβέρνησης
  2. το είδος, η κατηγορία
    ο μεσογειακός τύπος ανθρώπου
  3. ένα άτομο που θεωρείται ότι ανήκει σε μια κατηγορία
    ο Γιώργος είναι ο τύπος του ευγενικού και κοινωνικού ατόμου
  4. (+ γενική προσώπου) το είδος του ανθρώπου που ταιριάζει με κάποιον
    δεν είσαι ο τύπος μου, λυπάμαι
  5. (οικείο) ένας άντρας, ένας τυπάς
    βγαίνει από το σπίτι ένας τύπος, πολύ περίεργος
    δείτε τη λέξη:  θηλυκό τύπισσα
  6. (και στον πληθυντικό) ένα σύνολο κανόνων που τηρούνται κατά γράμμα, σε αντίθεση με την ουσία
    αυτός ο άνθρωπος ενδιαφέρεται μόνο για τον τύπο και όχι για την ουσία
    μπορεί να έχουμε συμφωνήσει όλοι για την πολιτική μας, αλλά, για να τηρήσουμε τους τύπους, πρέπει να κάνουμε και μια ψηφοφορία
  7. (θετικές επιστήμες) γραπτή αποτύπωση με σύμβολα μιας χημικής ουσίας ή μιας χημικής αντίδρασης ή μιας μαθηματικής σχέσης
  8. (μαθηματικά) μαθηματική φόρμουλα
  9. (γραμματική) κλιτή μορφή μιας λέξης
    η γενική του ουσιαστικού "πόλη" εμφανίζει δύο τύπους: "πόλης" και "πόλεως"
  10. το σημάδι, στην έκφραση επί τον τύπον των ήλων
  11. (πληροφορική) εν συντομία ο τύπος δεδομένων

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Όταν η λέξη σημαίνει έντυπα κ.ά. μέσα ενημέρωσης ως ένα σύνολο, συχνά γράφεται με κεφαλαίο το πρώτο γράμμα, π.χ. ο αθηναϊκός Τύπος.

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία