Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αντίδραση οι αντιδράσεις
      γενική της αντίδρασης
& αντιδράσεως
των αντιδράσεων
    αιτιατική την αντίδραση τις αντιδράσεις
     κλητική αντίδραση αντιδράσεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αντίδραση < ελληνιστική κοινή ἀντίδρασις < αρχαία ελληνική ἀντιδράω / ἀντιδρῶ < ἀντί + δράω / δρῶ < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *derǝ- / drā- (δρω) ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική réaction)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /an.ˈdi.ðɾa.si/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αντίδραση θηλυκό

  1. ενέργεια που αντιτίθεται σε άλλη (και την εξουδετερώνει)
     συνώνυμα: αντενέργεια, αντίθεση, αντίσταση
  2. εχθρική στάση στην (πολιτική και κοινωνική) πρόοδο
     συνώνυμα: αντιδραστικότητα, συντηρητικότητα, συντηρητισμός
     αντώνυμα: προοδευτικότητα, φιλελευθερισμός
  3. (φυσική) αντίρροπη δύναμη ίσης έντασης
  4. (φυσική) διάσπαση του πυρήνα ραδιενεργού ατόμου
  5. (χημεία) αμφίδρομη επίδραση ενός χημικού στοιχείου σε άλλο (και δημιουργία χημικής ένωσης)
  6. (ιατρική) εξέταση με χρήση αντιδραστηρίων

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία