Δείτε επίσης: ἀντιδρῶ

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αντιδρώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀντιδρῶ, συνηρημένος τύπος του ἀντιδράω, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική réagir.[1] Συγχρονικά αναλύεται σε αντι- + δρω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /an.diˈðɾo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐ντι‐δρώ

  ΡήμαΕπεξεργασία

αντιδρώ, πρτ.: αντιδρούσα, αόρ.: αντέδρασα (χωρίς παθητική φωνή)

  1. τηρώ αρνητική θέση, ενεργώ με αντίθετο τρόπο, εκφράζω την αντίθεσή μου
    στα σκληρά μέτρα της κυβέρνησης οι εργαζόμενοι αντέδρασαν με απεργίες
     συνώνυμα: αντιτίθεμαι, εναντιώνομαι
  2. συμπεριφέρομαι θετικά ή αρνητικά σε κάποιο ερέθισμα
    δεν ανησυχώ για το πώς θα αντιδράσει: είναι σίγουρο ότι θα χαρεί
  3. (χημεία) συμμετέχω σε μια χημική αντίδραση
  4. (φυσιολογία) ανταποκρίνομαι σε κάποιο ερέθισμα
    έχει εθιστεί στα παυσίπονα και ο οργανισμός του πια δεν αντιδρά

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

και δείτε τη λέξη δρω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία