Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αντιδρώ < αρχαία ελληνική ἀντιδρῶ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /andi.ˈðɾɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

αντιδρώ

  1. τηρώ αρνητική θέση, ενεργώ με αντίθετο τρόπο, εκφράζω την αντίθεσή μου
     συνώνυμα: αντιτίθεμαι, εναντιώνομαι
    στα σκληρά μέτρα της κυβέρνησης οι εργαζόμενοι αντέδρασαν με απεργίες
  2. συμπεριφέρομαι θετικά ή αρνητικά σε κάποιο ερέθισμα
    δεν ανησυχώ για το πώς θα αντιδράσει: είναι σίγουρο ότι θα χαρεί
  3. (χημεία) συμμετέχω σε μια χημική αντίδραση
  4. (φυσιολογία) ανταποκρίνομαι σε κάποιο ερέθισμα
    έχει εθιστεί στα παυσίπονα και ο οργανισμός του πια δεν αντιδρά

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία