Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώσεις      ενικός      πληθυντικός
ονομαστική ο πυρήνας οι πυρήνες
γενική του πυρήνα των πυρήνων
αιτιατική τον πυρήνα τους πυρήνες
κλητική πυρήνα πυρήνες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πυρήνας < (λόγιο) < αρχαία ελληνική πυρήν

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /piˈɾi.nas/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πυρήνας αρσενικό

  1. (φυσική) το κέντρο του ατόμου
  2. (βιολογία) (κυτταρολογία) μεγάλο σωματίδιο στο κέντρο του κυττάρου
  3. το κουκούτσι ενός καρπού, π.χ. ενός φρούτου ή της ελιάς (από τον οποίο παράγεται το πυρηνέλαιο)
  4. (συνεκδοχικά) η καύσιμη ύλη που παράγεται από τα κουκούτσια (π.χ. ελαιοκάρπου)
  5. το νοηματικό κέντρο, η ουσία, η "καρδιά" ενός ζητήματος
  6. η μικρότερη οργανωτική μονάδα ενός πολιτικού οργανισμού, π.χ. ενός κόμματος
  7. (πληροφορική) (νεολογισμός) λογισμικό που αναλαμβάνει τον έλεγχο όλων των χαμηλού επιπέδου λειτουργιών του υπολογιστή, π.χ τη διαχείριση της μνήμης ή την επικοινωνία με συσκευές
  8. (αστρονομία) η κεντρική περιοχή ενός άστρου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία