Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φρούτο φρούτα
γενική φρούτου φρούτων
αιτιατική φρούτο φρούτα
κλητική φρούτο φρούτα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φρούτο < ιταλική frutto < λατινική fructus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος fruor < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰruHg-: χρησιμοποιώ, απολαμβάνω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φρούτο ουδέτερο

  1. ο βρώσιμος καρπός ενός φυτού
  2. (βοτανική) το μέρος του φυτού που προκύπτει από το άνθος
  3. (αργκό) άτομο με παράδοξη προσωπικότητα ή μια νέα συνήθεια

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία