Γερμανικά (de)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

 
 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Obst (de) ουδέτερο, μόνο στον ενικό

  • γενική ονομασία για « τα φρούτα »

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία