Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τούτι φρούτι < (άμεσο δάνειο) αγγλική tutti-frutti, ή από την ιταλική tutti (αρσενικό, πληθυντικός του tutto, όλος) και frutti (πληθυντικός του frutto, φρούτο) αν και στα ιταλικά χρησιμοποιείται το περιληπτικό ουσιαστικό tutta la frutta (όλα τα οπωρικά, τα «φρουτικά»)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈtu.ti ˈfɾu.ti/

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

τούτι φρούτι άκλιτο

  1. (συνήθως, για παγωτά) με όλα τα φρούτα
    θα φάω ένα παγωτό τούτι φρούτι γιατί θέλω γεύσεις από πολλά φρούτα, όχι μόνον φράουλας
  2. (μεταφορικά) συνονθύλευμα, ανακατεμένα πράγματα (με ευχάριστη διάθεση)
    ※  Τα κορίτσια στην πλατεία ήταν σαν φρέσκα φρούτα στο πιάτο του καλοκαιρού. Χτύπησαν ένα παραδιπλανό παγκάκι, φορτώθηκαν η μια πάνω στα γόνατα της άλλης, ένας σωρός από χρώματα και λεπτά μέλη, ένα τούτι φρούτι με τα ενδιαφέροντά τους ...
    Ιωάννα Καρυστιάνη, (2010) Τα σακιά @books.google

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία