Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φρουτοσαλάτα οι φρουτοσαλάτες
      γενική της φρουτοσαλάτας των φρουτοσαλατών
    αιτιατική τη φρουτοσαλάτα τις φρουτοσαλάτες
     κλητική φρουτοσαλάτα φρουτοσαλάτες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
δύο μπολ με φρουτοσαλάτα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φρουτοσαλάτα < φρούτο + σαλάτα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φρουτοσαλάτα θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία