Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σαλάτα οι σαλάτες
      γενική της σαλάτας των σαλατών
    αιτιατική τη σαλάτα τις σαλάτες
     κλητική σαλάτα σαλάτες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σαλάτα < βενετική salata < λατινική sal (=αλάτι) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *séh₂l- / *séh₂ls (αλάτι)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /sa.ˈla.ta/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σαλάτα θηλυκό

  1. συνοδευτικό πιάτο από ανακατεμένα λαχανικά μαζί με λάδι και πιθανόν ξίδι, λεμόνι, μαγιονέζα κλπ
    ποιος θα κόψει τη σαλάτα;
  2. πολτώδες ορεκτικό όπως η μελιτζανοσαλάτα, η ρώσικη κλπ
  3. (μεταφορικά) κατάσταση πολύ μπερδεμένη

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • τα έκανα σαλάτα: αντί να διορθώσω μια κατάσταση την έκανα χειρότερη, πιο μπερδεμένη

ΥποκοριστικάΕπεξεργασία

  • σαλατούλα

ΜεγεθυντικάΕπεξεργασία

  • σαλατάρα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΥπώνυμαΕπεξεργασία

κλπ

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία