Δείτε επίσης: ὀπωροφόρος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική οπωροφόρος οπωροφόρα οπωροφόρο
γενική οπωροφόρου οπωροφόρας οπωροφόρου
αιτιατική οπωροφόρο οπωροφόρα οπωροφόρο
κλητική οπωροφόρε οπωροφόρα οπωροφόρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική οπωροφόροι οπωροφόρες οπωροφόρα
γενική οπωροφόρων οπωροφόρων οπωροφόρων
αιτιατική οπωροφόρους οπωροφόρες οπωροφόρα
κλητική οπωροφόροι οπωροφόρες οπωροφόρα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οπωροφόρος < ελληνιστική κοινή ὀπωροφόρος < αρχαία ελληνική ὀπώρα + φέρω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

οπωροφόρος, -α, -ο

  1. (για δέντρα) που παράγει φρούτα
    μερικά οπωροφόρα δέντρα είναι αειθαλή, όπως η λεμονιά
  2. (ουσιαστικοποιημένο) οπωροφόρο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία