Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-φόρος < αρχαία ελληνική -φόρος

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-φόρος, -ος/-α, -ο

  • (σε ουσιαστικό και επίθετα) δεύτερο συνθετικό λέξεων που σημαίνουν αυτόν ή αυτό που φέρει αυτό που δηλώνει το πρώτο συνθετικό
    ανθοφόρος
    τυφεκιοφόρος

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-φόρος < φέρω, θέμα φορ- + -ος

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-φόρος

  • παραγωγικό επίθημα που δηλώνει αυτόν που φέρει, που κρατάει ή έχει μαζί του, αυτό που δηλώνει το πρώτο συνθετικό
    ἀγγελιαφόρος

ΣύνθεταΕπεξεργασία