Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

bearing (en)

  1. το παράστημα, η κορμοστασιά, ο τρόπος βαδίσματος
  2. η συνάφεια
  3. ο προσανατολισμός
  4. η ανοχή, η ανεκτικότητα
  5. επιφερόμενη-προκαλούμενη συνέπεια
  6. στατικό ή μηχανολογικό έδρανο

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

bearing (en)