Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

bear (en)

  ΡήμαΕπεξεργασία

bear (en), αόρ.: bore, παθ.μτχ.: borne και born (στη σημασία γεννώ)

  1. φέρω (πχ. όπλο)
  2. υποφέρω κάτι, το αντέχω
  3. γεννώ