Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αρκούδα οι αρκούδες
      γενική της αρκούδας των αρκούδων
    αιτιατική την αρκούδα τις αρκούδες
     κλητική αρκούδα αρκούδες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αρκούδα < μεσαιωνική ελληνική ἀρκούδα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /aɾ.ˈku.ða/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
καφέ αρκούδα
 
αρκούδα πάντα
 
πολική αρκούδα

αρκούδα θηλυκό

  1. (ζωολογία) μεγάλο σαρκοβόρο ή/και παμφάγο θηλαστικό με δασύ τρίχωμα, μεγάλο κεφάλι, μικρά αυτιά και γαμψά νύχια. Μπορεί να στέκεται αλλά και να κινείται ακόμη και όρθιο
  2. (συνεκδοχικά) το τομάρι της αρκούδας

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

και

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία