Γερμανικά (de) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Bär die Bären
γενική des Bären der Bären
δοτική dem Bären den Bären
αιτιατική den Bären die Bären


  ΠροφοράΕπεξεργασία

Bär 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Bär (de) (πληθυντικός Bären) αρσενικό, Bärin θηλυκό


Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία