Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈpan.da/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πά‐ντα

  Ετυμολογία 1Επεξεργασία

πάντα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πάντα < αρχαία ελληνική πᾶς (αιτιατική: πάντα) > διά παντός χρόνου (συνεχώς, όλη την ώρα)

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

πάντα (χρονικό επίρρημα)

  1. πάντοτε, διαρκώς, σε όλη τη διάρκεια του χρόνου
    πάντα οι άνθρωποι ένιωθαν δέος για το άγνωστο
  2. πάντοτε, κάθε φορά, σε κάθε περίπτωση
    να εξετάζετε πάντα την ημερομηνία λήξεως των προϊόντων που αγοράζετε

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία 2Επεξεργασία

πάντα < (άμεσο δάνειο) ιταλική banda

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πάντα θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία 3Επεξεργασία

πάντα < (άμεσο δάνειο) αγγλική panda < από μια γλώσσα του Νεπάλ

  Ουσιαστικό 2Επεξεργασία

πάντα ουδέτερο άκλιτο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία 4Επεξεργασία

πάντα: κλιτικός τύπος

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

πάντα



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος αντωνυμίαςΕπεξεργασία

πάντα

  1. πᾶς, στην αιτιατική του ενικού, αρσενικό
  2. πᾶν, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού, ουδέτερο του πᾶς