Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. πάντα (επίρρημα) < μεσαιωνική ελληνική < πάντα < αρχαία ελληνική πᾶς (αιτιατική: πάντα) > διά παντός χρόνου (συνεχώς, όλη την ώρα)
  2. πάντα (θηλυκό ουσιαστικό) < αγγλική panda < από λέξη του Nεπάλ
  3. πάντα (ουδέτερο ουσιαστικό) < ιταλική banda

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

πάντα χρονικό

  1. πάντοτε, διαρκώς, σε όλη τη διάρκεια του χρόνου
    πάντα οι άνθρωποι ένιωθαν δέος για το άγνωστο
  2. πάντοτε, κάθε φορά, σε κάθε περίπτωση
    να εξετάζετε πάντα την ημερομηνία λήξεως των προϊόντων που αγοράζετε

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ουσιαστικό 1Επεξεργασία

πάντα θηλυκό

  1. η πλευρά

  Ουσιαστικό 2Επεξεργασία

πάντα ουδέτερο

  1. είδος αρκούδας που ζει στην Κίνα


  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

πάντα