Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πάντα < μεσαιωνική ελληνική πάντα < αρχαία ελληνική πᾶς (αιτιατική: πάντα) > διά παντός χρόνου (συνεχώς, όλη την ώρα)

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

πάντα χρονικό

  1. πάντοτε, διαρκώς, σε όλη τη διάρκεια του χρόνου
    πάντα οι άνθρωποι ένιωθαν δέος για το άγνωστο
  2. πάντοτε, κάθε φορά, σε κάθε περίπτωση
    να εξετάζετε πάντα την ημερομηνία λήξεως των προϊόντων που αγοράζετε

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία 1Επεξεργασία

πάντα < ιταλική banda

  Ουσιαστικό 1Επεξεργασία

πάντα θηλυκό

  Ετυμολογία 2Επεξεργασία

πάντα < αγγλική panda < από μια γλώσσσα του Νεπάλ

  Ουσιαστικό 2Επεξεργασία

πάντα ουδέτερο άκλιτο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

πάντα