Δείτε επίσης: Παν

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παν < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο της αντωνυμίας πας < πρωτοϊνδοευρωπαϊκής ρίζας πα-

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παν ουδέτερο

  1. το σύνολο, το σύμπαν, αλλά και το απόλυτα σημαντικό ή το πιο ουσιαστικό στοιχείο μιας κατάστασης, μιας διαπραγμάτευσης, ενός μηχανισμού.
    είσαι το παν για εμένα
    το παν είναι να μη γίνει πόλεμος
    "το" παν" για να είσαι υγιής είναι να ακολουθείς καλή διατροφή"
    τα πάντα δεν μπορούν να περιγραφούν εντός ενός συνόλου, διότι σχετίζονται με το άπειρο που είναι αέναη τάση θεμελιωδώς απαγής• επιπλέον κάποια σύνολα είναι μαθηματικά πλήρη ως ανεξάρτητα σε σχέση με τουλάχιστον κάποια άλλα.

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • χρησιμοποιείται πάντα έναρθρο
  • ο πληθυντικός έχει την ίδια έννοια και διαφέρει από το ομόηχο επίρρημα (πάντα)
    είσαι τα πάντα για μένα
    μου πήρε τα πάντα

  ΑντωνυμίαΕπεξεργασία

παν

  1. (λόγιο) κάθε
    παν τέκνον... (κάθε παιδί..)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

δείτε τη λέξη πας

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία