Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pas/

  Ετυμολογία 1Επεξεργασία

πας: κλιτικός τύπος

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

πας

  Ετυμολογία 2Επεξεργασία

πας < αρχαία ελληνική πᾶς

  ΑντωνυμίαΕπεξεργασία

πας, πάσα, παν

  • (επιμεριστική αντωνυμία που λειτουργεί και ως επίθετο) κάθε, όλος. Δεν έχει πια ευρεία χρήση, με εξαίρεση παροιμιακές εκφράσεις και ειδικές ορολογίες, όπως της εκκλησιαστικής
  1. Απαγορεύεται η είσοδος εις πάντας τους μη έχοντας εργασίαν
  2. Ο Πατριάρχης Μόσχας και πασών των Ρωσιών
  3. Αρχηγού παρόντος, πάσα αρχή παυσάτω
  4. Παν μέτρον άριστον
  5. Πρέπει να αναφέρεται παν ξένο αντικειμενο
  6. Ισχυει για πάντα τα μέλη (όλα τα μέλη)

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

ειδικά το ουδέτερο πάν, αλλά δευτερευόντως και το αρσενικό πας, από τη γενική πάντων, την ονομαστική αλλά και τη δοτική πᾶσι, αποτελούν το πρώτο συνθετικό πολλών λέξων δίνοντας την έννοια του συνολικού, του όλου ή του υπερθετικού βαθμού

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Παν και το παν και πᾶς

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία